σιαμάνγκ

ο, Ν
ζωολ. κοινή ονομασία είδους πιθήκων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελληνική ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. siamang < ιθαγενή ονομασία τής Μαλαισίας].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.